Η Άννα Λουίς Στρονγκ για τις δίκες της Μόσχας

Η Άννα Λουίς Στρονγκ ήταν αριστερή Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η οποία έζησε για χρόνια στη Σοβιετική Ένωση, καθώς και στην Κίνα, και έγραψε δεκάδες βιβλία και ρεπορτάζ από τα τεκταινόμενα στις χώρες αυτές. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Η εποχή του Στάλιν» (ολόκληρο στα αγγλικά εδώ), γράφτηκε το 1956, την εποχή της «αποσταλινοποίησης», και αναφέρεται στις περίφημες δίκες της Μόσχας και στο κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην ΕΣΣΔ.

Πολλοί αμερικάνοι τεχνικοί μου μιλούσαν για το σαμποτάζ που γίνονταν στα εργοστάσια, όπου αυτοί δουλεύανε. Ένας απ’ αυτούς, επιθεωρητής σ’ ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων, κλήθηκε μια φορά από έναν ανακριτή της GPU. Ο αστυνομικός του έδειξε μερικά κομμάτια μετάλλου και τον ρώτησε αν ήξερε τι πράγμα ήταν. «Οπωσδήποτε είναι κομμάτια από βαρύ πολυβόλο». Ένιωσε την μεγαλύτερη έκπληξη, όταν του αποκάλυψαν ότι τα κομμάτια αυτά κατασκευάζονταν ακριβώς στο δικό του τμήμα, στη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας. Στη συνέχεια ανακαλύφθηκε ότι οι υπεύθυνοι γι’ αυτό ήταν ο επικεφαλής του τομέα κι ένας τεχνικός. Οι άλλοι εργάτες δεν ξέρανε ότι συμβάλλανε με τη δουλειά τους στο να εξοπλίζουν το μυστικό οπλοστάσιο μιας συμμορίας προδοτών. […]

Παρέμενε, όμως, όχι μόνο επιφανειακά, αλλά και σε βάθος, το σαμποτάζ που εκπορεύονταν από τις ξένες δυνάμεις. Στα χρόνια 1931-34 αυτοί οι σαμποτέρ, όταν ανακαλύπτονταν και δικάζονταν αντιμετωπίζονταν πάντα όλο και λιγότερο αυστηρά. Η οικονομία γνώριζε πρόοδο και οι λίγοι σαμποτέρ, τώρα πια, δεν προκαλούσαν τόσο φόβο. Οι πρώτοι σαμποτέρ, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είχε καταδικαστεί στο να εργάζεται σε κάποιο εργοτάξιο, ασκώντας το επάγγελμά τους, κάτω από τον έλεγχο της GPU, ξαναεμφανίστηκαν υπάλληλοι σε κανονικές θέσεις, μερικές φορές με το Παράσημο του Λένιν, το οποίο κέρδισαν ενώ βρίσκονταν σε καταναγκαστικά έργα. […]

Η αναπτυσσόμενη επιείκεια οφείλονταν στην αναπτυσσόμενη αίσθηση σιγουριάς της χώρας. Ο φόβος για μια επίθεση από την Ιαπωνία ήταν πολύ οξύς στα 1931, αλλά μειώθηκε όταν οι γιαπωνέζοι φτάσανε στα Σιβηριανά σύνορα και δεν τα περάσανε. Ο Χίτλερ, φυσικά, είχε δηλώσει ότι διεκδικεί τη σοβιετική Ουκρανία, αλλά λίγοι, εκείνη την εποχή, πιστεύανε ότι ο Χίτλερ μπορούσε να κρατηθεί. Ο Λιτβίνοφ έκλεινε επιτυχείς συμφωνίες μη επίθεσης με συνοριακές χώρες. Φαίνονταν ότι η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να αποφύγει τον πόλεμο, που πάντα φοβόταν. Όταν από το πρώτο πεντάχρονο πέρασε στο δεύτερο, αυτή η αίσθηση σιγουριάς, που μιλούσαμε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, αυξήθηκε. Ειδικά, μετά τη σοδειά του 1933 ο σοβιετικός λαός αισθάνονταν ότι μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στην αυξανόμενη δύναμή του.

Η δολοφονία του Σεργκέι Κίροφ, στις 1 του Δεκέμβρη 1934, έσπασε όλο αυτό το όνειρο της σιγουριάς. Ο Κίροφ, γραμματέας του κόμματος στο Λένινγκραντ, ήταν ο καλύτερος φίλος του Στάλιν και ο πιθανός διάδοχός του. Δολοφονήθηκε από έναν κομμουνιστή, που κατάφερε να μπει στα γραφεία του κόμματος δείχνοντας την κομματική του ταυτότητα. Όλη η χώρα συγκλονίστηκε από το γεγονός ότι ένας κομμουνιστής μπορούσε να μισεί τόσο την ηγετική ομάδα, σε σημείο να σκοτώσει ένα μέλος. Η εντύπωση έγινε ακόμα πιο συγκλονιστική, όταν αποκαλύφθηκε ότι οι υπεύθυνοι της GPU, που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να προστατεύουν τον Κίροφ, ήταν αναμεμιγμένοι στο έγκλημα, καθώς επίσης και όταν οι έρευνες αποκάλυψαν ότι υπήρχαν διασυνδέσεις με ξένες δυνάμεις, δηλαδή με τη Γερμανία. Οι έρευνες συνεχίστηκαν για ενάμισι χρόνο, στη διάρκεια του οποίου το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ξέχασε τον Κίροφ. Μετά, ξαφνικά, ανακοινώθηκε ότι και μέλη υψηλών θέσεων του κομμουνιστικού κόμματος ήταν αναμιγμένα στο έγκλημα. Ο Επίτροπος της ΕΣΣΔ έστειλε σε δίκη τη λεγόμενη «ομάδα του Λένινγκραντ», Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, καθώς και άλλοι στάλθηκαν στο δικαστήριο στις 16 Αυγούστου 1936. Ανακηρύχθηκαν ένοχοι κι εκτελέστηκαν. Άλλες δίκες, εθνικού ή τοπικού ενδιαφέροντος, ακολούθησαν, με αποκορύφωμα, στις 11 του Ιούλη 1938, της δίκης στο στρατοδικείο, όπου 8 στρατηγοί του Κόκκινου Στρατού εκτελέστηκαν με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Δεν υπήρξε πιθανά, τέτοια σειρά δικών, που να προκάλεσαν την μεγαλύτερη αίσθηση στην ιστορία των δικών με αντικείμενο την προδοσία.

Οι πιο σπουδαίες δίκες διεξάγονταν σε μια μεγάλη αίθουσα, στην οποία παρευρίσκονταν ο σοβιετικός και ο ξένος τύπος, τα μέλη του διπλωματικού σώματος και ένας κόσμος, πάντα διαφορετικός, από αντιπροσώπους εργοστασίων και κρατικών γραφείων. Εγώ πήρα θέση στην αίθουσα και παρακολούθησα την ακροαματική διαδικασία. Ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ, παλιοί φίλοι του Λένιν και επιφανείς θεωρητικοί, είπαν στους δικαστές, στο κοινό και στον κόσμο, ότι έχοντας χάσει την εξουσία εξ’ αιτίας της ανόδου του Στάλιν, είχαν συνωμοτήσει για να την ιδιοποιηθούν δια μέσου δολοφονιών αρκετών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου πιθανά και του Στάλιν, με τη βοήθεια πρακτόρων, οι οποίοι, αν ανακαλύπτονταν, δε θα γνώριζαν την ταυτότητα των ηγετών της συνομωσίας, αλλά θα εμφανίζονταν σαν κανονικοί πράκτορες της γερμανικής Γκεστάπο. Οι αρχηγοί της συνομωσίας, με άθικτη την υπόληψη, θα έκαναν τότε έκκληση για «την ενότητα του κόμματος» και για την αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης. Ένας πα’ αυτούς, ο Μπακάγιεφ, προορίζονταν να αναλάβει τη θέση του αρχηγού της GPU και απ’ αυτή τη θέση θα καθάριζε τους δολοφόνους, θάβοντας μαζί τους και κάθε αποδειχτικό στοιχείο σε βάρος των αρχηγών.

Αυτή ήταν μια απολογία την οποία άκουσα εγώ η ίδια παρακολουθώντας τη δίκη κάθε μέρα. Οι κατηγορούμενοι μιλούσαν υψηλόφωνα και δεν έδειχναν σημεία βασανισμού. Ο Κάμενεφ είπε ότι το 1932 έγινε απόλυτα καθαρό πια, ότι την πολιτική του Στάλιν την συμμερίζονταν ο λαός κι ότι αυτός δε μπορούσε να ανατραπεί με πολιτικά μέσα, αλλά μόνο μέσω της «ατομικής τρομοκρατίας». «Οδηγηθήκαμε σ’ αυτό, είπε, από μια απεριόριστη απέχθεια προς την ηγετική ομάδα κι από τη δίψα εκείνης της εξουσίας στην οποία μια μέρα ήμασταν τόσο κοντά». Ο Ζηνόβιεφ διακήρυξε στο δικαστήριο ότι είχε τόσο πολύ συνηθίσει να δίνει εντολές σ’ ένα μεγάλο αριθμό προσώπων που τώρα πια δεν είναι σε θέση ν’ ανεχθεί μια ζωή μακριά από τα κέντρα εξουσίας. Οι πράκτορες της κατώτερης σειράς αποκάλυψαν τους δεσμούς που είχε η ομάδα με τη Γκεστάπο. Ένας απ’ αυτούς, ο Ν. Λουριέ, διατείνονταν ότι εργάστηκε «στις διαταγές του Φραντς Βέιτζ, που ήταν προσωπικός τοποτηρητής (υπολοχαγός) του Χίμλερ». Μερικοί υποδεέστεροι αντιλαμβάνονταν ανοιχτά και για πρώτη φορά στο δικαστήριο, το τέλος που επιφύλασσαν γι’ αυτούς οι αρχηγοί τους κι αυτό αύξησε το μίσος με το οποίο επιτέθηκαν.

«Μην επιτρέψετε να ανακηρυχθεί και τόσο αθώος, φώναξε ο κατηγορούμενος Ρέινγκολντ, εναντιωνόμενος στον συγκατηγορούμενό του Κάμενεφ, αυτός για να αναδειχθεί στην εξουσία θα πατούσε πάνω σε βουνά από πτώματα».

Ήταν μια ιστορία αληθινή; Το μεγαλύτερο μέρος του τύπου, έξω από την ΕΣΣΔ, την αποκάλεσε σκευωρία. Το μεγαλύτερο μέρος εκείνων που κάθισαν στην αίθουσα του δικαστηρίου, συμπεριλαμβανόμενοι και οι ξένοι ανταποκριτές, την πίστεψαν σαν αληθινή. Ο πρεσβευτής Ντέιβις λέει, στο βιβλίο του αποστολή στη Μόσχα, ότι πεποίθησή του ήταν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι για τις κατηγορίες που τους αποδίδονταν. Ο Ντ. Ν. Πράιτ, επιφανής δικηγόρος και μέλος του βρετανικού κοινοβουλίου, είχε μια αντίστοιχη πεποίθηση. Ο Έντουαρντ Κ. Κάρτερ, γενικός γραμματέας του Ινστιτούτου για τις Ειρηνικές Σχέσεις έγραψε: «Η υπόθεση του Κρεμλίνου είναι τρομακτικά αληθινή. Κάνει αίσθηση… Πείθει». Ο Χρουστσώφ, κατηγορώντας τις υπερβολές εκείνης της περιόδου δεν αναφέρεται στις δημόσιες δίκες και δεν σημειώνει καμιά σαν σκευωρία.

Σε μένα, που άκουσα τους κατηγορούμενους, συχνά μόνο κάποια μέτρα μακριά, το προτσές μέσω του οποίου παλιοί ηγέτες της επανάστασης μπόρεσαν κι έγιναν προδότες μου φάνηκε αρκετά κατανοητό. Αυτοί ξεκίνησαν με το να αμφιβάλλουν για την ικανότητα του ρώσικου λαού να οικοδομήσει το σοσιαλισμό δίχως ξένη βοήθεια. Γι’ αυτό διεξάγονταν συζητήσεις ανοιχτά από το 1924 μέχρι το 1927. Οι αμφιβολίες τους έγιναν ακόμα πιο μεγάλες, μπροστά στην αντίθεση ανάμεσα στην αναποτελεσματικότητα της Ρωσίας, που οδήγησε τη χώρα στη σιτοδεία του 1932 και την αποτελεσματική γερμανική οργάνωση που αυτοί γνώρισαν. Δεν ήταν δύσκολο, γι’ αυτούς, να φανταστούν μια Ρωσία που θα μπορούσε να αντλήσει κέρδη από τη γερμανική πειθαρχία, η οποία θα επιβάλλονταν με την πιο σκληρή βία. Ένας μεγάλος αριθμός ατόμων, εκείνα τα χρόνια, μέσα στο θυμό τους ξεστομίζανε παρόμοια πράματα. (Εγώ η ίδια άκουσα μια καυκάσια αγρότισσα να φωνάζει εκτός εαυτού σ’ έναν κρατικό υπάλληλο: «Κι ας έρθουν οι Εγγλέζοι, κι ας έρθουν οι Γερμανοί, κι ας έρθει όποιος θέλει αρκεί να βάλει τάξη σ’ αυτή την καταραμένη χώρα». Η γυναίκα αυτή δε συνελήφθη. Ο υπάλληλος προσπάθησε απλά να την καθησυχάσει. Οι ίδιες λέξεις ειπωμένες από έναν διανοούμενο στην πόλη, θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν στη σύλληψη). Επιτέλους θα μπορούσε να γίνει μια γερμανική επανάσταση. Θα την προωθούσαν οι ίδιοι από μέσα. Στο μεταξύ αυτοί θα είχαν απαλλαγεί από τον μισητό Στάλιν.

Εφ’ όσον γίνεται αποδεκτό ότι αυτές οι πρώτες δίκες ήταν άδολες –κι έμπειροι ξένοι παρατηρητές το πίστεψαν- τότε δημιουργείται μια κατάσταση που μπορεί εύκολα να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε παρέκκλιση από τις υγιείς βάσεις της. Δεν ήταν μόνο οι Ρώσοι περικυκλωμένοι από εχθρικά καπιταλιστικά κράτη. Η ίδια ηγετική ομάδα της επανάστασης, εμφανίζονταν βαθειά μολυσμένη από πράκτορες, συνομωσίες για δολοφονίες και μηχανορραφίες για την ανατρπή της κυβέρνησης. Μετά την καταδίκη του Κάμενεφ και του Ζηνόβιεφ οι δίκες πολλαπλασιάστηκαν. Ο Τόμσκι, πρώην πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου των συνδικάτων, του οποίου τα’ όνομα αναφέρθηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου από έναν κατηγορούμενο, αποδέχθηκε την ενοχή του και αυτοκτόνησε για να αποφύγει τη σύλληψη. Δίκες σε τοπικό επίπεδο, άρχισαν στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στην Άπω Ανατολή. Στην περιοχή της Άπω Ανατολής, ο αρχηγός τη GPU έφυγε στην Ιαπωνία και πολλοί από τους άνδρες του συνελήφθησαν σαν πράκτορες των γιαπωνέζων.

Ύστερα, ήταν ο στρατός που εμπλάκηκε. Ο αρχηγός των πολιτικών επιτρόπων, στρατάρχης Γκαμαρνικ, αυτοκτόνησε στις 1 του Ιούνη 1937. Στις 11 του Ιούλη ο Στρατάρχης Τουχασέφσκι, που μόνο λίγο καιρό πριν ήταν υπο-επίτροπος της Άμυνας δικάστηκε από ένα στρατοδικείο μαζί με άλλους επτά επιτελείς. Ήταν η πρώτη δίκη με κλειστές πόρτες. Εκείνο που ανασκίρτησε πιο βαθιά στους σοβιετικούς πολίτες, υπήρξε πιθανά το γεγονός του ότι οι δίκες για εσχάτη προδοσία κατέληξαν στο τέλος σ’ εκείνη του Γιάκοντα, αρχηγού της GPU. Όταν αυτός εκτελέστηκε σαν προδότης και πολλά άτομα της GPU συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι «συνέλαβαν αθώους πολίτες» και ότι «χρησιμοποίησαν παράνομες μέθοδες για να αποσπάσουν ομολογίες», άρχισε να διαχέεται η αμφιβολία για τον τομέα εσωτερικής ασφάλειας, της κυβέρνησης. Τότε, ποιος ήταν ένοχος; Ποιος αθώος; Τα όρια ανάμεσα σε πράκτορες του εχθρού κι όργανα της ασφάλειας βρίσκονταν στα σκοτάδια.

Μια αίσθηση αβεβαιότητας εξαπλώθηκε στους σοβιετικούς, αντικαθιστώντας τη θέση εκείνης της αίσθησης ανάτασης και προόδου που αυτοί γνώριζαν στα 1934. Κι αυτό δεν οφείλονταν μονάχα κι ούτε κατά κύριο λόγο στο φόβο γι ατη σύλληψη ή την ανησυχία για τους φίλους. Οφείλονταν στη συνείδηση του γεγονότος ότι ο εχθρός διείσδυσε αρκετά, στα ψηλά κλιμάκια της ηγετικής ομάδα κι ότι κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ειλικρινής. Ήταν τότε που για πρώτη φορά, ένα κράτος πιάστηκε στα χέρια της θανάσιμης αποτελεσματικότητας της πέμπτης φάλαγγας του Χίτλερ. Οι Ρώσοι την ένιωσαν σαν μια μάχη για τη σωτηρία, αλλά μια μάχη που διεξάγονταν στο σκοτάδι. Αυτό το είδος του εφιάλτη, που χαρακτήριζε τη διεξαγόμενη μάχη, επηρέασε όχι μόνο τον κόσμο, αλλά επίσης, πιστεύω, και τον Στάλιν.

Σχετικά: Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ για τις δίκες της Μόσχας

One thought on “Η Άννα Λουίς Στρονγκ για τις δίκες της Μόσχας

  1. Ο/Η erodotos λέει:

    Μια πολύ καλή πηγή γενικά για τις πρώτες δεκαετίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αξίζει να διαβαστεί.

    http://www.erodotos.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s