Η γλώσσα των ναζί

Χρήση των λέξεων παρά το νόημά τους γίνεται και είναι γενικά αποδεκτή κυρίως στις λέξεις με πολιτικές αξίες, όπως είναι ο όρος «έθνος» που συστηματικά στον πολιτικό λόγο κι ακόμα σήμερα χρησιμοποιείται όχι σαν ιστορική έννοια, αλλά σαν συνώνυμος της λέξης «φυλή», καταργώντας, όπως ήδη αναφέρθηκε, την ιστορία και την έννοια της εξέλιξης.

Η παραβίαση των σημασιών στον πολιτικό λόγο είναι πολύ σοβαρότερο φαινόμενο από αλλού, όπως δείχνει το πιο ακραίο παράδειγμα, που η ακρότητά του ακριβώς τονίζει την τεράστια σημασία που έχει η καταστροφή των νοημάτων στον πολιτικό λόγο. Ο Γάλλος ιστορικός των ιδεών Ζαν Πιερ Φάιγ έχει αναλύσει ότι η χρήση της γλώσσας από τη ναζιστική εξουσία αποδείχτηκε ο πιο επικίνδυνος πειραματισμός που έγινε ποτέ στην ιστορία της Ευρώπης πάνω στη σχέση που έχει η γλώσσα με την πολιτική πράξη. Ο λόγος των ηγετών του ναζισμού είχε τρία κύρια χαρακτηριστικά. Ήταν πριν απ’ όλα λόγος προφητικός και κοσμοσωτήριος, με κύριο στοιχείο του την υπερβολή. Επίσης κατασκεύασε μια γέφυρα από το παρελθόν στο μέλλον παρακάμπτοντας το παρόν. Δηλαδή, υπεραξιολόγησε το παρελθόν, στο οποίο έβλεπε μόνο θετικά στοιχεία και κυρίως την αυθεντικότητα του γερμανικού λαού. Συγχρόνως καταδίκασε απόλυτα το παρόν, στο οποίο έβλεπε μόνο αρνητικά στοιχεία και κυρίως την αλλοίωση της αυθεντικότητας με την απώλεια της καθαρότητας των ριζών. Και κήρυξε τη σωτηρία στο μέλλον, με κύριο στόχο την αποκατάσταση της αυθεντικότητας καθαρότητας (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα»). Τέλος, ο λόγος αυτός κατασκεύασε λεκτικά μίγματα από όρους, λέξεις, ιδέες, συνθήματα, σύμβολα, που είχαν νόημα έντονα αντίθετο και συχνά αλληλοαναιρούμενο. Πρόκειται για το χαρακτηριστικότερο τέχνασμα, γράφει ο Φάιγ, αυτής της εξουσίας, ένα από τα κυριότερα αίτια που επέτρεψε στο «φασιστικό παράλογο» να γίνει αποδεκτό «από το λαό της φιλοσοφίας», τον γερμανικό λαό, γιατί το φασιστικό παράλογο ξεκίνησε σαν νοηματικός παραλογισμός. Η ναζιστική εξουσία ένωσε τα αντίθετα στο λόγο της. Στήριξε την προπαγάνδα της στην καταγγελία του κεφαλαίου και της κεφαλαιοκρατίας, ενώ συνεργάστηκε στενά με το μεγάλο χρηματιστικό κεφάλαιο, αλλά εμπόδισε την κατανόηση της αντίφασης ταυτίζοντας το κεφάλαιο με τους λίγους εβραίους τραπεζίτες, καταδίκη που σε λίγα χρόνια μετατοπίστηκε ανεπαίσθητα και αφορούσε τους Εβραίους γενικά. Χρησιμοποίησε τη λέξη «επανάσταση», που ανήκε στην ευρωπαϊκή αριστερά, ενώνοντάς την με τον «εθνικισμό» και τη συντηρητική ιδεολογία της πιο αντιδραστικής μερίδας της γερμανικής δεξιάς. Οικειοποιήθηκε το επίθετο «σοσιαλιστικός». ενώνοντάς το με το ακριβώς αντίθετό του την εποχή εκείνη «εθνικός». Έφτιαξε έτσι λεκτικά τέρατα, όπως «εθνικοσοσιαλισμός», «συντηρητική» και «οπισθοδρομική επανάσταση». Κατασκεύασε το σύνθημα «δεν είναι προδοσία να προδίδεις τους προδότες» και ονόμασε «μετριοπαθή λύση» της οικονομικής κρίσης, αυτήν που αργότερα ονομάστηκε «τελική λύση». Η κατάργηση των σημασιών αποδείχτηκε όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία πόσο επικίνδυνη είναι κοινωνικά. Από νοηματικά, από λεκτικά, τα τέρατα έγιναν πολιτικά και η εκτελεστική εξουσία έγινε εκτελεστική στην κυριολεξία.

Άννα Φραγκουδάκη, Γλώσσα και ιδεολογία

Τα εγκλήματα του Στάλιν

Ακολουθεί εκπαιδευτικό κείμενο με συνοπτική ανάλυση της ορθής προλεταριακής γενικής γραμμής επί του ζητήματος. Ο τίτλος είναι προφανώς ειρωνικός προς τους συκοφάντες του σοσιαλισμού που δεν κάνουν κριτική αλλά χτίζουν πυργάκια στις λάσπες των αστών.

Good-Stalin-Bad-Stalin

«Η δικτατορία του προλεταριάτου συνδέεται άρρηκτα με την ταξική πάλη. Σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού η οποιαδήποτε παραγνώριση της ταξικής πάλης σαν κινητήρια δύναμη και της σοσιαλιστικής κοινωνίας έρχεται να θίξει κύρια και την ίδια τη δικτατορίατου προλεταριάτου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πρώτης σοσιαλιστικής χώρας της Σοβιετικής Ένωσης όπου το 1936 επίσημα μέσα στο σοβιετικό Σύνταγμα αναιρείται ουσιαστικά η ταξική πάλη και συνεπώς η δικτατορίατου προλεταριάτου. Μάλιστα στην «Ιστορία του ΚΚΣΕ» που γράφτηκε στην εποχή του Στάλιν αναφέρεται: «Έτσι η ΕΣΣΔ μπήκε σε καινούριο στάδιο ανάπτυξης, το στάδιο της ολοκλήρωσης του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου καθοδηγητική αρχή της κοινωνικής ζωής θα είναι η κομμουνιστική αρχή: από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».

Οι αλλαγές του Συντάγματος του 1924 είχαν ήδη αποφασισθεί από το 7ο Συνέδριο των Σοβιέτ και ειδική Συνταγματική Επιτροπή που συγκροτήθηκε με την προεδρία του Στάλιν, ο οποίος και εισηγήθηκε τις τροποποιήσεις, που έγιναν αποδεχτές στο 8ο Έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Η αιτιολόγηση των τροποποιήσεων ήταν ότι το Σύνταγμα του 1924 είχε διατυπωθεί στην πρώτη περίοδο της ΝΕΠ «τότε που η εξουσία των σοβιέτ ανέχονταν ακόμα την ανάπτυξη του καπιταλισμού δίπλα στην ανάπτυξη του σοσιαλισμού» και ότι «τότε δεν είχε λυθεί ακόμα το ζήτημα ποιος-ποιον». Επίσης ότι «τα κεφαλαιοκρατικά στοιχεία ήδη είχαν ξεκαθαριστεί ολότελα, νίκησε το σοσιαλιστικό σύστημα σε όλους τους τομείς της λαϊκής οικονομίας», ότι «καταργήθηκε για πάντα η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο» κτλ. Διαπιστώνονταν επίσης ότι «έτσι σβήνουν τα ταξικά όρια ανάμεσα στους εργαζόμενους της ΕΣΣΔ, εξαφανίζεται η παλιά ταξική αποκλειστικότητα. Πέφτουν και εξαφανίζονται οι οικονομικές και πολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα στους εργάτες, τους αγρότες και τους διανοούμενους . Δημιουργήθηκε η βάση για την ηθικοπολιτική ενότητα της κοινωνίας». Και στο σημείο μάλιστα για την καθολική ψηφοφορία αναφέρονταν: «Αυτό σημαίνει ότι οι πολίτες της ΕΣΣΔ που έκλεισαν τα 18 χρόνια, ανεξάρτητα από τη φυλή και εθνικότητα που ανήκουν, από θρήσκευμα, μορφωτικό επίπεδο, τόπο κατοικίας, κοινωνική προέλευση, περιουσιακή κατάσταση και προηγούμενη δράση, έχουν το δικαίωμα να πάρουν μέρος στην εκλογή των βουλευτών και να εκλεγούν, εκτός από τους τρελούς και όσους έχουν στερηθεί με δικαστική απόφαση τα εκλογικά τους δικαιώματα».

Τα αξιώματα αυτά τα συναντάμε και στα «Ζητήματα Λενινισμού» του Στάλιν και σε άλλες αποφάσεις και κείμενα. Βέβαια ο ίδιος ο Στάλιν όταν έγραφε το 1952 τα «Προβλήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» έμμεσα και απαντώντας στον Γιαροσένκο έρχεται να αναθεωρήσει τη θέση αυτή και να υποστηρίξει τη συνέχιση της ταξικής πάλης μέσα σε συνθήκες οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Αλλά κάτι τέτοιο όπως κι άλλες ανάλογες τοποθετήσεις αδυνατούσαν να θέσουν το ζήτημα στη σωστή του βάση και με όλες του τις συνέπειες, τη στιγμή που για δυο δεκαετίες περίπου ίσχυε και προβάλλονταν επίσημα η ανυπαρξία των τάξεων και της πάλης ανάμεσά τους, μιας και λύθηκε το ζήτημα «ποιος-ποιον», «ξεκαθαρίστηκαν ολότελα τα καπιταλιστικά στοιχεία», «καταργήθηκε για πάντα η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», δημιουργήθηκε η «ηθικοπολιτική ενότητα της κοινωνίας» μιας κοινωνίας που έχει μόνον πολίτες (κι όχι τάξεις με αντιθετικά συμφέροντα) και στην οποία όλοι ασκούν δικαιώματα, όπως αυτό της ψήφου, πλην των «τρελών» και αυτών που έχουν στερηθεί δικαστικά κάτι τέτοιο.

Πάνω σ’ αυτήν εδώ τη βάση μπορεί να οικοδομηθεί αβίαστα η θεωρία του «παλλαϊκού κράτου» και να γίνεται ακατανόητη η θέση για κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Έτσι μας είναι ακατανόητη και αντιφατική η ισχυροποίηση ενός κράτους μέσα σε μια κοινωνία όπου ταξικές αντιθέσεις δεν υπάρχουν και μάλιστα ανταγωνιστικές και η επίκληση του εξωτερικού εχθρού δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο, ίσα – ίσα το ανατρέπει. Το προλεταριακό κράτος, δηλ. η δικτατορία του προλεταριάτου θα ‘ναι μια εξουσία κρατική, που θα βαίνει στην απονέκρωσή του, στο βαθμό που ορισμένες από τις λειτουργίες του καθίστανται μη αναγκαίες.

Με τη θέση για το «στάδιο ολοκλήρωσης του χτισίματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας και του βαθμιαίου περάσματος στην κομμουνιστική κοινωνία», ανατρέπεται η σωστή θεωρία του σοσιαλισμού (κι όχι του κομμουνισμού) σε μια χώρα μόνο, η αναγκαιότητα της διεθνιστικής διάστασης του κομμουνιστικού κινήματος, η ύπαρξη του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου και η συνέχιση της ταξικής πάλης μέχρι την αταξική κοινωνία, η θεωρία του «αδύνατου κρίκου», που πρέπει ωστόσο να τραβήξει ολόκληρη την αλυσίδα, την αναγκαιότητα ενός και μοναδικού σταδίου μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, το στάδιο δηλ. της δικτατορίας του προλεταριάτου, και τέλος την ανάδειξη των παραγωγικών δυνάμεων σε καθοριστικό παράγοντα εξέλιξης της κοινωνίας σε αντίθεση με τις παραγωγικές σχέσεις και της ταξικής πάλης. Ο Μάο Τσε Τουνγκ είναι ο πιο σύγχρονος διανοητής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος που κατόρθωσε σ’ ένα βαθμό να συνοψίσει την αρνητική πείρα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, να κωδικοποιήσει ορισμένα βασικά διδάγματα και να τα δοκιμάσει στην πράξη, μέσα στη σύνθετη κινέζικη πραγματικότητα. Η βασικότερη προσφορά του στον τομέα αυτό συνοψίζεται στη διαπίστωση, ή καλύτερα στην επαναβεβαίωση ότι σ’ όλη τη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης υπάρχουν τάξεις, ταξικές αντιθέσεις και ταξική πάλη. Ο Μαρξ μιλάει για «αδιάκοπη επανάσταση σ’ όλη τη μεταβατική περίοδο». Ότι το «ποιος-ποιον» δεν έχει λυθεί για πάντα με την κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο και ότι κίνδυνοι παλινόρθωσης υπάρχουν συνεχώς. Ότι για να αποτραπούν αυτοί οι κίνδυνοι χρειάζονται πολλές Πολιτιστικές Επαναστάσεις, χρειάζεται ν’ αναζητείται η αστική τάξη μέσα στο κόμμα και να διεξάγεται μάχη σ’ όλα τα επίπεδα ανάμεσα στις δυο γραμμές, την προλεταριακή και την αστική. Ότι η προλεταριακή γραμμή πρέπει να στηρίζεται και να κινητοποιεί τις λαϊκές μάζες για να ανατρέψουν την νέα γραφειοκρατική αστική τάξη που διαμορφώνεται στο κράτος, στο κόμμα, παντού. Να βαθαίνει και να επεκτείνεται η δικτατορία του προλεταριάτου, να χτυπιέται το αστικό δίκαιο, να ολοκληρώνει την ηγεμονία της η εργατική τάξη σ’ όλη την κοινωνία.»

Από κείμενο του ΚΚΕ(μ-λ), 1982

1949: η ήττα στην Ελλάδα, η νίκη στην Κίνα

eamΚυκλοφορεί ευρέως στην αριστερά μια φιλολογία σχετικά με τη στρατηγική του ΚΚΕ κατά τη δεκαετία του ’40 και η οποία προσπαθεί να εντοπίσει τα αίτια της ήττας. Οι ισχυρισμοί είναι πάνω κάτω οι εξής: η ήττα του ΕΑΜ και του ΔΣΕ ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της στρατηγικής που υιοθέτησε το «σταλινικό» ΚΚΕ τη δεκαετία του ’30. Αυτή όριζε την επερχόμενη επανάσταση στην Ελλάδα ως αστικοδημοκρατική με μετεξέλιξη σε σοσιαλιστική, πράγμα το οποίο για πολλούς ισοδυναμεί με προδοσία.

Καταρχήν η άποψη αυτή εμπεριέχει μεγάλη σύγχυση για το ζήτημα του στόχου και το ζήτημα του υποκειμένου. Γι’ αυτό το λόγο το να ορίζεις ότι η επανάσταση στην Ελλάδα ή όπου αλλού έχει να ξεκαθαρίσει πρώτα με τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, ισοδυναμεί λίγο πολύ με προδοσία και υποταγή στην αστική τάξη. Ωστόσο αυτό αφορά το χαρακτήρα/στόχους της επανάστασης οι οποίοι φυσικά ορίζονται αντικειμενικά μέσα από την ανάλυση της κατάστασης του καπιταλισμού στην εν λόγω χώρα και δεν απαιτεί απαραίτητα συμμαχία με την αστική τάξη. Γιατί; Γιατί την εποχή του ιμπεριαλισμού οι αστικές τάξεις σε σειρά εξαρτημένων χωρών δεν είναι ούτε μπορούν να γίνουν προοδευτικοί φορείς οι οποίοι να λύσουν ακόμα και τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα λόγω της πρόσδεσής τους με τους ιμπεριαλιστές οι οποίοι θέλουν να κρατούν τη χώρα σε καθυστέρηση. Με λίγα λόγια οι επαναστάσεις σ’ αυτές τις χώρες δεν ακολουθούν το μοντέλο των δυτικών χωρών. Αυτό είναι μια βασική απόρροια της θεωρίας του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό την οποία μάλλον οι τροτσκιστές με τον προλενινιστικό τους μαρξισμό δεν κατάλαβαν ποτέ.

Επομένως το καθήκον της επίλυσης και των αστικοδημοκρατικών ζητημάτων βαραίνει την προοδευτική τάξη της εποχής μας: το προλεταριάτο.

Το ΚΚΕ είχε κάνει αυτή την ανάλυση στην διαβόητη ολομέλεια του ’34. Ο Ζαχαριάδης γράφει: Συνέχεια

Τροτσκισμός ή Λενινισμός; Η «διαρκής επανάσταση» του Τρότσκι και ο ρόλος της αγροτιάς

Πρόλογος

«Ενώ οι δημοκράτες μικροαστοί θέλουν ν’ αποτελειώσουν την επανάσταση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και με την πραγματοποίηση το πολύ πολύ των παραπάνω διεκδικήσεων, συμφερο δικό μας και καθήκον δικό μας είναι να κάνουμε την επανάσταση διαρκή, ώσπου όλες οι λίγο-πολύ ιδιοκτήτριες τάξεις ν’ απωθηθούν από την εξουσία, ώσπου να κατακτηθεί η κρατική εξουσία από το προλεταριάτο και ώσπου η συνένωση των προλεταρίων, όχι μονάχα σε μια χώρα, αλλ’σ’ όλες τις κυρίαρχες χώρες της γης, να έχει προχωρήσει τόσο, που να ‘χει σταματήσει ο συναγωνισμός ανάμεσα στους προλετάριους αυτών των χωρών και ώσπου να συγκεντρωθούν στα χέρια των προλεταρίων τουλάχιστον οι πιο αποφασιστικές παραγωγικές δυνάμεις». Κ.Μαρξ

«Όλα έγιναν ακριβώς όπως τα λέγαμε. Η πορεία της επανάστασης επιβεβαίωσε την ορθότητα του συλλογισμού μας. Πρώτα, μαζί με «όλη» την αγροτιά ενάντια στη μοναρχία, ενάντια στους τσιφλικάδες, ενάντια στο μεσαίωνα (και κατά τούτο η επανάσταση παραμένει αστική, αστικοδημοκρατική). Ύστερα, μαζί με τη φτωχή αγροτιά, μαζί με τους μισοπρολετάριους, μαζί με όλους τους εκμεταλλευομένους, ενάντια στον καπιταλισμό και ενάντια στους πλούσιους του χωριού, τους κουλάκους, τους κερδοσκόπους. Και κατά τούτο η επανάσταση γίνεται σοσιαλιστική. Κάθε προσπάθεια να υψωθεί ένα τεχνητό σινικό τείχος ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο επαναστάσεις, να ξεχωρίσει η μια από την άλλη με οτιδήποτε άλλο εκτός από το βαθμό της προετοιμασίας του προλεταριάτου και το βαθμό της συνενωσής του με τη φτωχολογιά του χωριού, αποτελεί την πιο μεγάλη διαστρέβλωση του μαρξισμού, τον εκχυδαϊσμό του, την αντικατάστασή του με το φιλελευθερισμό». Λένιν

Τα παραπάνω αποσπάσματα χρησιμοποιούν οι τροτσκιστές για να πλασάρουν την εξής θεωρία:

Συνέχεια

Τροτσκισμός ή Λενινισμός; Η λενινιστική θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα

Το παραμύθι:

Η επανάσταση στη Ρωσία έμεινε απομονωμένη από όλες τις άλλες χώρες, όπου η επανάσταση ηττήθηκε (Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία κτλ). Τότε, μετά και το θάνατο του Λένιν, ο γραφειοκράτης Στάλιν επινόησε την αντεπαναστατική θεωρία για οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στην απομονωμένη ΕΣΣΔ, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με το λενινιστικό διεθνισμό, τον οποίο στην πραγματικότητα υπεράσπισε ο Τρότσκι…

Η πραγματικότητα:

Η δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα αποτελεί θεμελιώδη θέση του Λενινισμού και προκύπτει από την ανάλυση της φύσης του ιμπεριαλισμού και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη αποκτά απόλυτη ισχύ. Ο Τρότσκι αντιπαρατέθηκε στο Λένιν για αυτή την άποψη πριν ακόμα μπει στο κόμμα των μπολσεβίκων, παρόλο που μετέπειτα αυτός, όπως και οι οπαδοί του χρεώνουν την ιδέα αυτή στον Στάλιν, ο οποίος την υπερασπίστηκε.

 

1. Τι λέει ο Λένιν

Συνέχεια